Griechisch » Deutsch

έρανος [ˈɛranɔs] SUBST m

έδρανο [ˈɛðranɔ] SUBST nt

1. έδρανο (πάγκος, κάθισμα):

Bank f

ξόανο [ˈksɔanɔ] SUBST nt

1. ξόανο (ομοίωμα θεού):

2. ξόανο μτφ (άνθρωπος):

λείψανο [ˈlipsanɔ] SUBST nt

1. λείψανο (απομεινάρι):

2. λείψανο (πτώμα):

Leiche f

γερανός [jɛraˈnɔs] SUBST m

2. γερανός (ζώο):

3. γερανός ΑΣΤΡΟΝ:

Möchten Sie ein Wort, eine Phrase oder eine Übersetzung hinzufügen?

Senden Sie uns gern einen neuen Eintrag.

Seite auf Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文