Griechisch » Deutsch

συντέμνουσα [sinˈdɛmnusa] SUBST f MATH

συνεννο|ούμαι <-ήθηκα, -ημένος> [sinɛnɔˈumɛ] VERB refl

2. συνεννοούμαι (κλείνω μυστική συμφωνία):

συνενοχή [sinɛnɔˈçi] SUBST f

συνεννόησ|η <-εις> [sinɛˈnɔisi] SUBST f

1. συνεννόηση (επικοινωνία):

2. συνεννόηση (μυστική συμφωνία):

συνεπάγομαι [sinɛˈpaɣɔmɛ] VERB Dep trans ohne Aoriststamm

Möchtest du ein Wort, eine Phrase oder eine Übersetzung hinzufügen?

Sende uns gern einen neuen Eintrag.

Seite auf Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский